εύπαις

εὔπαις, ὁ (Α)
1. αυτός που έχει καλά και πολλά παιδιά, ο ευτυχής ως προς τα τέκνα
2. το εξαιρετικό, το πιο ωραίο παιδί
3. αυτός που έχει καλούς μαθητές, σπουδαίους απογόνους ή ομοτέχνους («ἀναβοάσομαι τὸν εὔπαιδα Ἀσκληπιόν» — θα υπενθυμίσω τον Ασκληπιό που έχει πολλούς και καλούς μαθητές, δηλ. μεγάλους γιατρούς, Αριστοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + παις].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔπαις — blest with children masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔπαιδα — εὔπαις blest with children masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔπαιδας — εὔπαις blest with children masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔπαιδες — εὔπαις blest with children masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔπαιδι — εὔπαις blest with children masc/fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔπαιδος — εὔπαις blest with children masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευπαιδία — εὐπαιδία και σε παπ. εὐπαιδεία, ἡ (Α) [εύπαις] 1. το να έχει κανείς καλά παιδιά, η ευτεκνία 2. φρ. «εὐπαιδίας ἀγών» ο αγώνας που τελούσαν στην Αθήνα την τελευταία ημέρα τών Θεσμοφορίων και κατά τον οποίο βραβευόταν η μητέρα που είχε γεννήσει… …   Dictionary of Greek

  • παις — ο, η (ΑΜ παῑς, παιδός, Α και παῑς και πάϊς) 1. ανήλικος άνθρωπος, παιδί 2. γόνος, τέκνο, αγόρι ή κορίτσι («γενομένων δὲ παίδων ἀρρένων καὶ θηλειῶν», Πλάτ.) αρχ. 1. νεαρός, νεανίας («ὣς τε γὰρ ἦ παῑδες νεαροὶ χῆραί τε γυναῑκες», Ομ. Ιλ.) 2. δούλος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.